Οι Ιερείς της Λύβενας

Κατά παράδοση οι ιερείς της Λύβενας  προέρχονταν από την οικογένεια των Στυλάτων. Ο παππά Γιώρης, ο παππά Νικόλας,  και δεν ξέρω μέχρι που φτάνει αυτό, ήταν ιερείς. Έναν από τους γιούς του τον Χρήστο ο παπά Γιώρης τον έστειλε στην Κορυτσά να φοιτήσει για ιερέας στο σεμινάριο του Ιωάννη Μπάνκα. Έτσι η παράδοση συνεχιζόταν. Ο  παππά Νικόλας και μερικοί άλλοι συγχωριανοί ήταν πολεμιστές υπέρ της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου.

Ο παππά Νικόλας ήταν ένας άνθρωπος γενναίος, αυστηρός, με μεγάλο κύρος και σεβασμό. Όπως είπαμε, υπήρξε πολεμιστής υπέρ της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου. Ήταν γνωστός σε όλη την περιοχή για τις αξίες του και για την παλικαριά και λεβεντιά του. Λιάμπηδες κλέφτες δεν τολμούσαν να μπουν στο χωριό μας. Κι όταν κάποτε τον απείλησαν ότί θα τον εξόντωναν, αυτός δε φοβήθηκε, τους έστειλε λόγο ότι θα τους περίμενε όπως τους άξιζε και μετέτρεψε το σπίτι σε φρούριο, οπλίζοντας και τις γυναίκες και βγάζοντας ένα όπλο σε κάθε παράθυρο. Σε ένα από αυτά ήταν και η νύφη του η σύζυγος του παπά Γιώρη. Ο παπα Γιώρης ήταν στην Κωνσταντινούπολη, ο δεύτερος γιός, ο Φίλιππος δεν βρισκόταν στο χωριό, ενώ ο τρίτος ήταν μικρός. Τελικά οι κακοποιοί δεν τόλμησαν να πάνε. Ο παππά Νικόλας όμως δεν ήταν πολύ λαϊκός στους συγχωριανούς, δεν ενδιαφέρονταν πολύ για τα προβλήματα και χάλια του κόσμου.

Ο παππά Γιώργης κληρονόμησε από τον πατέρα του τα καλά προσόντα, είχε όμως και άλλα πολλά δικά του πλεονεκτήματα, τα οποία τον έκαναν εξαίρετο άνθρωπο. Αυτό το λέω όχι επειδή είναι πατέρας μου. Κάθε άλλο. Είναι όμως  πραγματικότητα η συνδρομή του σε όλη την έννοια στην κοινότητα της Λύβενας.   Ο παπττά Γιώργης δεν ήταν απλώς και μόνον ένας ψυχικός ποιμενάρχης, αλλά και πολιτικο-κοινωνικός σύμβουλος των συγχωριανών για κάθε υπόθεση και πρόβλημα, και δάσκαλος, και ένας λαϊκός δικηγόρος και δικαστής, και γιατρός.

Εκείνα τα χρόνια υπήρχε μεγάλο πρόβλημα υγείας με την ελονοσία και ο παππά Γιώργης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και όχι μόνο συμβούλευε πώς να προστατευτούν από την (αρρώστια αλλά και έκανε ενέσεις στους αρρώστους. Όταν δημιουργούνταν κάποιο πρόβλημα με την πολιτεία θα ήταν παρόν για την προστασία των συμφερόντων του χωριού, αν συνέβαινε κάποια γκρίνια με τα γειτονικά χωριά ή και μεταξύ των συγχωριανών θα προσπαθούσε για την καλύτερη και δικαιη λύση. Ο παππά Γιώργης έχαιρε τον ίδιο ρόλο και Βεβασμό και στα άλλα χωριά που υπηρέτησε σαν ιερέας ή που περιλαμβάνονταν στην ενορία του. Όταν γινόταν κάποια συζήτηση για ζητήματα των πολιτικών γεγονότων, κι αυτό ήταν πολύ συχνό στα ταραγμένα χρόνια των δεκαετιών '30 και '40, ο παππά Γιώργης είχε τον πρώτο λόγο, όχι απλώς εξ αιτίας του σεβασμού σαν ιερέας, αλλά επειδή ήταν μορφωμένος και είχε γνώσεις και στην πολιτική και για τις διεθνείς σχέσεις μεταξύ των κρατών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αγαπούσε πολύ την Ελλάδα, μιλούσε για τα εθνικά συμφέροντά της, για τη λαμπρή ιστορία της. Ήταν εθνικόφρων και υποστήριζε τα συμφέροντα και δικαιώματα του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου, σαν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού έθνους. Κάθε Κυριακή και γιορτή στις δεήσεις του στην εκκλησία θα προσεύχονταν «Υπέρ του Βασιλέως ημών Γεώργιου του δευτέρου» και «Υπέρ του ελληνικού έθνους και του απανταχού ελληνισμού».

Όπως είπαμε και στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, με την πρωτοβουλία του άνοιξε μέσα στο χώρο της εκκλησίας το πρώτο δημοτικό σχολείο στη Λύβενα, υπηρετώντας μόνος του ως δάσκαλος, μάλιστα και χωρίς αμοιβή. Στη συνέχεια ήταν οι μεγάλες προσπάθειες του, εξασφαλίζοντας και τη συμπαράσταση της δημογεροντίας του χωριού, που οδήγησε στο χτίσιμο του κτηρίου του σχολείου. Όλα αυτά δείχνουν το μεγάλο του ενδιαφέρον για το χωριό, για τα ζητήματα των συγχωριανών και της περιοχής. Ακόμα αυτά όλα δείχνουν το ρόλο που έχουν παίξει πάντα οι πρωτοπόροι άνθρωποι της Βορείου Ηπείρου, γιατί σίγουρα τα όσα γράφω για τη Λύβενα δεν είναι τα μόνα ούτε τα μοναδικά, για τη στήριξη, ανάπτυξη, δημιουργικότητα και αντοχή του ελληνισμού της Βορείου ηπείρου σε κάθε είδους πίεση, αλλοίωση, συγχώνευση. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ίδιο συνέβαινε σε όλα τα ελληνοχώρια ή συνοικίες Ελλήνων στις πόλεις.

Πληροφορίες από το βιβλίο "Η Λύβενα και οι Λυβηνιώτες" του Κώστα Στυλου